-
duamba liked this
-
urban-compass liked this
-
taeras liked this
-
hjartadhamast posted this
Bad as uncle Tom
Θυμάμαι την τελευταία φορά που άκουσα καινούριο δίσκο του Tom Waits, ήμουνα φοιτητής στη μακρινή Πολωνία. Θα μπορούσε να ήταν σαν σήμερα, καθώς το Real Gone είχε κυκλοφορήσει 3 Οκτωβρίου και έχω συγκρατήσει καθαρά τις συχνότατες επισκέψεις μου στο δισκοπωλείο περιμένοντας την παραλαβή. Όταν τελικά το είδα στα ράφια, άρπαξα τη πρώτη κόπια και έτρεξα στο ταμείο. Πλήρωσα και βγήκα έξω σα να ασφυκτιούσα εκεί μέσα και άρχισα να περπατάω σα να ήθελα να κρυφτώ απ’τα μάτια των περαστικών για να κάνω τη δόση μου. Το να ακούς ένα δίσκο που περιμένεις εναγωνίως είναι λίγο πιο περίπλοκο απ’όσο ίσως φαίνεται στα μάτια των “απλών” ανθρώπων. Προϋποθέτει τις κατάλληλες συνθήκες, ίσως την κατάλληλη παρέα (κάποιοι προτιμούν τη μοναξιά), το αντίστοιχο ποτό πχ με Tom Waits δε θα πιεις κάτι λιγότερο από bourbon και σε γενικές γραμμές ο καθένας δημιουργεί ένα μικρό σύμπαν αρκετά προσοδοφόρο και ομοιογενές για να υποδεχτεί το νέο άκουσμα. Σα να ετοιμάζεις το παιδικό δωμάτιο για το νεογέννητο. Να επιλέγεις το χρώμα στους τοίχους και ποια παιχνίδια θα πρωτοαντικρίσει. Έτσι, βρισκόμενος σε μια πόλη όπου διόλου τυχαία ο David Lynch εκείνη τη περίοδο ξεκινούσε γυρίσματα του Inland Empire (το πρώτο μισό της ταινίας είναι γυρισμένο στο Lodz) αποφάσισα να κάνω το μεγάλο βήμα και να αφήσω την πόλη να δημιουργήσει τις συνθήκες για να υποδεχτώ το Real Gone. Το mp3 player δεν είχε φτάσει ακόμα στη ζωή μου, αλλά κουβαλούσα ένα αξιοπρεπέστατο discman το οποίο έβγαζα μόνο όταν έκανα μπάνιο (και ενίοτε στο σεξ). Κάθησα στη στάση του τραμ λοιπόν και ξετύλιξα το νεογέννητο. Το δισκάκι κούμπωσε στην υποδοχή, το καπάκι έκλεισε και κάπου εκεί έκοψα και τον ομφάλιο λώρο. Οι εικόνες που συνόδευαν το Hoist that rag είναι πιο φρέσκιες και απ’το τώρα. Ανέκφραστοι συνεπιβάτες, ηλικιωμένοι με 3 φρούτα σε διάφανες σακούλες να αγναντεύουν το επόμενο φανάρι, πιτσιρικάδες με hip hop περιβολή να κουνάνε το κεφάλι τους σα τα διακοσμητικά σκυλάκια στα αυτοκίνητα, goth γκομενίτσες και μεσήλικες κομμένοι στα δύο· μια πλευρά ξέμεινε στο κομμουνισμό και μια έπεσε θύμα του νέου μοντέλου της Ευρώπης. Τα περαστικά κτίρια ήταν γιαγιάδες που ήξερες ότι στα νιάτα τους θα ήταν πανέμορφες αλλά με τόσες ρυτίδες δε μπορούσες να σχηματίσεις εκείνο το νεανικό πρόσωπο. Μέσα τους πολλά μυστικά, αρκετά για να προσφέρουν ένα δείγμα σοφίας αλλά το αντίβαρο του επίκτητου κυνισμού είναι μεγαλύτερο και έτσι όλα μένουν κλειδωμένα στα υπόγεια. Κάπου κατέβηκα αλλά δεν ήταν η στάση μου. Είπα να περπατήσω. Όχι μόνο οι εικόνες αλλά και η μυρωδιά από την παγωμένη υγρασία έχει στρογγυλοκαθήσει θαρρώ, στο βάθος των ρουθουνιών μου όταν ακούω την εισαγωγή του Trampled Rose. Κατάφερα και έφτασα σπίτι (στο δωμάτιο της εστίας μου συγκεκριμένα) και εκεί βυθίστηκα επανειλλημένα στο σύμπαν που άφησα μόλις πίσω μου. Πάνε 7 χρόνια. Το Bad as me αποφάσισα να το υποδεχτώ στο τωρινό μου σπίτι, με ένα τίμιο ποτήρι ουίσκι, χωρίς εναλλαγές εικόνων, χωρίς τον φόβο να με στοιχειώνει οτιδήποτε για την επόμενη επταετία. Θα προτιμήσω την ήρεμη εκδοχή της ρουτίνας. Το δύσκολο μέρος όμως είναι ότι αδυνατώ ακόμα να συνδέσω τις δύο αυτές στιγμές· φαίνεται σαν αιώνες πριν. Σα να προσπαθώ να κουμπώσω ένα παντελόνι που φορούσα στο γυμνάσιο. Στις δισκογραφικές λίστες του Tom Waits θα είναι το ένα πίσω από τ΄άλλο, δίπλα δίπλα, αλλά στη μνήμη μου είναι εφτα χρόνια που ουσιαστικά αποτελούν το μεδούλι της ενήλικης ζωής μου. Όλα τα σημαντικά πράγματα συνέβησαν μέσα σ’αυτά τα γαμημένα επτά χρόνια. Και να που κάθομαι εδώ, ακούγοντας το ελεγειακό Talking at the same time, ανατρέχοντας τη πρόσφατη ζωή μου, παρατηρώντας polaroids και διαβάζοντας ανάποδα τατουάζ στον καθρέφτη ενώ προσπαθώ να βγάλω ένα νόημα απ’όλα αυτά. Αλλά υπάρχουν μουσικές που σε αγκαλιάζουν και σου λένε ότι όλα θα πάνε καλά. “Ocean wants a sailor / Gun wants a hand / Money wants a spender / And the road wants a man” ακούγεται με συγκατάβαση από τα ηχεία και εκεί ακριβώς, κατά τη διάρκεια του Face the highway, αναρωτιέμαι μήπως έκανα λάθος και δεν χάρισα σε άλλο ένα μάτσο εξομολογήσεις, τις εικόνες της πόλης που τους αξίζουν. Γιατί είμαι σίγουρος πως αν έμπαινα σ’ένα μπαρ λίγο πριν βγει ο ήλιος, θα έβρισκα κάποιον να κάθεται στο λιγδωμένο πιάνο και να σιγοτραγουδάει το Kiss me ενώ μια πληρωμένη γυναίκα τραβάει τις τζούρες της υπομονής στη ξύλινη μπάρα. Με το ξημέρωμα θα έβγαινα στην πόλη της τρέλας να αντιμετωπίσω απλήρωτους, άνεργους, συνταξιούχους, βολεμένους επαναστάτες και επαναστάτες βολεμένους, οδομαχίες με μπάτσους και αλλοχρώματους, ενώ το Hell broke luce θα γελούσε σαρδόνια με τα κατορθώματα μας και κυρίως με την κατάντια μας. Δε θα μάθω ποτέ όμως, γιατί η απορία είναι πλέον το κατακτημένο με μάχες συναίσθημα, είναι ο κρυπτονίτης της αδράνειάς μας και αν μη τι άλλο δε θέλω να ατιμάσω τους πεσόντες. Είναι αυτοί οι μικροί κόσμοι που δημιουργούμε, πολλά παράλληλα σύμπαντα για το ίδιο γεγονός και είτε είμαστε ικανοποιημένοι με την έκβαση των πραγμάτων είτε το αντίθετο, πάντα θα έχουμε την περιέργεια τι θα μπορούσε να συμβεί στα υπόλοιπα. Αυτό που όμως με καθησυχάζει είναι το γεγονός πως σε κάθε ένα από αυτά τα σύμπαντα, η μουσική του Tom Waits θα είναι καθόλα αριστουργηματική. Άπαξ δια παντός.![]()